καταστρωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταστρωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταστρώνω
Επίθετο
[επεξεργασία]καταστρωμένος
- που έχει καταστρωθεί, που τον έχουν καταστρώσει
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καταστρωμένος
|
|