κατατάσσομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατατάσσομαι < παθητική φωνή του ρήματος κατατάσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κατατάσσομαι, πρτ.: κατατασσόμουν, στ.μέλλ.: θα καταταχτώ, αόρ.: κατατάχτηκα, μτχ.π.π.: καταταγμένος

  1. μπαίνω, εγγράφομαι στις τάξεις του στρατού
  2. τοποθετούμαι σε μια λίστα, σε μια ομάδα, μία κατηγορία, παίρνω μια σειρά, ταξινομούμαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]