κατατεθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κατατεθείς κατατεθείσα κατατεθέν
γενική κατατεθέντος κατατεθείσας
κατατεθείσης
κατατεθέντος
αιτιατική κατατεθέντα κατατεθείσα κατατεθέν
κλητική κατατεθείς κατατεθείσα κατατεθέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κατατεθέντες κατατεθείσες κατατεθέντα
γενική κατατεθέντων κατατεθεισών κατατεθέντων
αιτιατική κατατεθέντες κατατεθείσες κατατεθέντα
κλητική κατατεθέντες κατατεθείσες κατατεθέντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατατεθείς < αρχαία ελληνική κατατεθείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος κατατίθημι < κατά + τίθημι

Επίθετο[επεξεργασία]

κατατεθείς, είσα, έν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

κατατεθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
  2. θα κατατεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατατίθεμαι