καταυλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταυλισμός καταυλισμοί
γενική καταυλισμού καταυλισμών
αιτιατική καταυλισμό καταυλισμούς
κλητική καταυλισμέ καταυλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταυλισμός < καταυλίζομαι + -μός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική bivouac)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.tav.li.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταυλισμός αρσενικό

Περάσανε μια νύχτα στον μικρό καταυλισμό στο τελευταίο φυλάκιο, ζεσταθήκανε στα καλύβια, ξεκουράστηκαν. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]