καταυλισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταυλισμός < (καταυλίζομαι) καταυλισ- + -μός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bivouac [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ta.vliˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐ταυ‐λι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καταυλισμός αρσενικό
- η (συνήθως πρόχειρη και προσωρινή) εγκατάσταση και κατοίκηση κάποιων σε έναν (υπαίθριο) τόπο καθώς και ο τόπος της κατοίκησης αυτής
- ※ Περάσανε μια νύχτα στον μικρό καταυλισμό στο τελευταίο φυλάκιο, ζεσταθήκανε στα καλύβια, ξεκουράστηκαν. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι, 1966)
- ※ Εἰς τόν προσφυγικόν καταυλισμόν τῆς Λαχαναγοράς Πειραιῶς ἐνεφανίσθη μίαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δέν ἦτο οὔτε Μικρασιάτης, οὔτε Θρᾶξ. Δέν τόν εἶχαν κυνηγήσει αἱ ὀρδαί τοῦ Κεμάλ. Δέν τοῦ εἶχαν σπάσει τό πόδι του οἱ Τοῦρκοι Τσέτηδες. Ἦτόν ἁπλούστατα ἕνας ἀθῶος σπουργίτης.
- Παύλος Νιρβάνας, Το προσφυγόπουλο του ουρανού [διήγημα]
Συγγενικά
[επεξεργασία]- καταυλίζομαι
- → δείτε τις λέξεις κατά και αυλή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καταυλισμός
- ↑ καταυλισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μός (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)