καταφανής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | καταφανής | η | καταφανής | το | καταφανές |
| γενική | του | καταφανούς* | της | καταφανούς | του | καταφανούς |
| αιτιατική | τον | καταφανή | την | καταφανή | το | καταφανές |
| κλητική | καταφανή(ς) | καταφανής | καταφανές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | καταφανείς | οι | καταφανείς | τα | καταφανή |
| γενική | των | καταφανών | των | καταφανών | των | καταφανών |
| αιτιατική | τους | καταφανείς | τις | καταφανείς | τα | καταφανή |
| κλητική | καταφανείς | καταφανείς | καταφανή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταφανής < αρχαία ελληνική καταφανής < καταφαίνω < κατά + φαίνω
Επίθετο
[επεξεργασία]καταφανής, -ής. -ές
- (λόγιο) πασιφανής, ολοφάνερος, αναμφίβολος
- ※ Μιὰ νύχτα - τὸν Ὀκτώβρη τοῦ 1942 - τὰ βρετανικὰ τηλεβόλα, σὲ πυκνὴ παράταξη, ἄνοιξαν ἕνα φοβερὸ μπαρὰζ πὸὺ προηγήθηκε τῆς ἐπιθέσεως στὸ Ἐλ ̓Ἀλαμέϊν. Ἡ σφοδρότητα τοῦ πυροβολικοῦ αὐτοῦ μπαρὰζ ἦταν τὸ σύμβολο τῆς ὑπεροχῆς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν σὲ ποιότητα καὶ ποσότητα πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ὑπεροχὴ ποὺ γινόταν κάθε μέρα καὶ πιὸ καταφανής (Από το 1939, United States. Office of War Information, σελ. 51)