καταφυγή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταφυγή καταφυγές
γενική καταφυγής καταφυγών
αιτιατική καταφυγή καταφυγές
κλητική καταφυγή καταφυγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταφυγή < αρχαία ελληνική καταφυγή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταφυγή θηλυκό

  1. η αναζήτηση προστασίας ή ασφάλειας
  2. το καταφύγιο
    όταν οι μαθητές του απευθύνουν ερωτήσεις για τις οποίες δεν έχει απάντηση, πάντοτε προστρέχει στην καταφυγή ακατάληπτων απαντήσεων που και μόνο η επεξεργασία τους αποθαρρύνει το μικρό μυαλουδάκι των ορεξάτων νεανίων να επαναλάβουν την ερώτηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]