καταχαρούμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταχαρούμενος < επιτατικό κατα- + μετοχή χαρούμενος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ta.xaˈɾu.me.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐χα‐ρού‐με‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]καταχαρούμενος
- (επιτατική μετοχή ως επίθετο) που είναι σε μεγάλο βαθμό χαρούμενος
- ※ Και μπαίνει, που λέτε, την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς στην αίθουσα καταχαρούμενος και τι να δει; Πέντε όλους κι όλους φοιτητές πάλι: δυό Αμερικανές χίπισσες, έναν νεαρό Γάλλο με πατομπούκαλα για γυαλιά, μια Ινδή με βούλα στο μέτωπο και έναν μουσουλμάνο κύριο με ρόμπα. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επιτατικές μετοχές (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)