καταχωρίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταχωρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταχωρίζω (εγγράφω σε κατάλογο, «κατά χώραν θέτω»)[1] < κατα- + χωρίζω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ta.xoˈɾi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐χω‐ρί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]καταχωρίζω, αόρ.: καταχώρισα, παθ.φωνή: καταχωρίζομαι, π.αόρ.: καταχωρίστηκα, μτχ.π.π.: καταχωρισμένος
- καταγράφω, εγγράφω κάτι σε βιβλίο, κατάλογο, λογαριασμό, αίτηση
- ταξινομώ εγγράφοντας σε ορισμένη θέση [1]
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- καταχωρώ (καταχρηστικά, με εσφαλμένη ταύτιση προς το καταχωρίζω)
Συγγενικά
[επεξεργασία]με θέμα καταχωρι- < καταχωρίζω ή και από θέμα καταχωρη- του καταχωρώ - καταχωρούμαι
- Όροι με καταχωρ- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καταχωρίζω | καταχώριζα | θα καταχωρίζω | να καταχωρίζω | καταχωρίζοντας | |
| β' ενικ. | καταχωρίζεις | καταχώριζες | θα καταχωρίζεις | να καταχωρίζεις | καταχώριζε | |
| γ' ενικ. | καταχωρίζει | καταχώριζε | θα καταχωρίζει | να καταχωρίζει | ||
| α' πληθ. | καταχωρίζουμε | καταχωρίζαμε | θα καταχωρίζουμε | να καταχωρίζουμε | ||
| β' πληθ. | καταχωρίζετε | καταχωρίζατε | θα καταχωρίζετε | να καταχωρίζετε | καταχωρίζετε | |
| γ' πληθ. | καταχωρίζουν(ε) | καταχώριζαν καταχωρίζαν(ε) |
θα καταχωρίζουν(ε) | να καταχωρίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καταχώρισα | θα καταχωρίσω | να καταχωρίσω | καταχωρίσει | ||
| β' ενικ. | καταχώρισες | θα καταχωρίσεις | να καταχωρίσεις | καταχώρισε | ||
| γ' ενικ. | καταχώρισε | θα καταχωρίσει | να καταχωρίσει | |||
| α' πληθ. | καταχωρίσαμε | θα καταχωρίσουμε | να καταχωρίσουμε | |||
| β' πληθ. | καταχωρίσατε | θα καταχωρίσετε | να καταχωρίσετε | καταχωρίστε | ||
| γ' πληθ. | καταχώρισαν καταχωρίσαν(ε) |
θα καταχωρίσουν(ε) | να καταχωρίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καταχωρίσει | είχα καταχωρίσει | θα έχω καταχωρίσει | να έχω καταχωρίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις καταχωρίσει | είχες καταχωρίσει | θα έχεις καταχωρίσει | να έχεις καταχωρίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει καταχωρίσει | είχε καταχωρίσει | θα έχει καταχωρίσει | να έχει καταχωρίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καταχωρίσει | είχαμε καταχωρίσει | θα έχουμε καταχωρίσει | να έχουμε καταχωρίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε καταχωρίσει | είχατε καταχωρίσει | θα έχετε καταχωρίσει | να έχετε καταχωρίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν καταχωρίσει | είχαν καταχωρίσει | θα έχουν καταχωρίσει | να έχουν καταχωρίσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καταχωρίζομαι | καταχωριζόμουν(α) | θα καταχωρίζομαι | να καταχωρίζομαι | ||
| β' ενικ. | καταχωρίζεσαι | καταχωριζόσουν(α) | θα καταχωρίζεσαι | να καταχωρίζεσαι | ||
| γ' ενικ. | καταχωρίζεται | καταχωριζόταν(ε) | θα καταχωρίζεται | να καταχωρίζεται | ||
| α' πληθ. | καταχωριζόμαστε | καταχωριζόμαστε καταχωριζόμασταν |
θα καταχωριζόμαστε | να καταχωριζόμαστε | ||
| β' πληθ. | καταχωρίζεστε | καταχωριζόσαστε καταχωριζόσασταν |
θα καταχωρίζεστε | να καταχωρίζεστε | (καταχωρίζεστε) | |
| γ' πληθ. | καταχωρίζονται | καταχωρίζονταν καταχωριζόντουσαν |
θα καταχωρίζονται | να καταχωρίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καταχωρίστηκα | θα καταχωριστώ | να καταχωριστώ | καταχωριστεί | ||
| β' ενικ. | καταχωρίστηκες | θα καταχωριστείς | να καταχωριστείς | καταχωρίσου | ||
| γ' ενικ. | καταχωρίστηκε | θα καταχωριστεί | να καταχωριστεί | |||
| α' πληθ. | καταχωριστήκαμε | θα καταχωριστούμε | να καταχωριστούμε | |||
| β' πληθ. | καταχωριστήκατε | θα καταχωριστείτε | να καταχωριστείτε | καταχωριστείτε | ||
| γ' πληθ. | καταχωρίστηκαν καταχωριστήκαν(ε) |
θα καταχωριστούν(ε) | να καταχωριστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω καταχωριστεί | είχα καταχωριστεί | θα έχω καταχωριστεί | να έχω καταχωριστεί | καταχωρισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις καταχωριστεί | είχες καταχωριστεί | θα έχεις καταχωριστεί | να έχεις καταχωριστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει καταχωριστεί | είχε καταχωριστεί | θα έχει καταχωριστεί | να έχει καταχωριστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε καταχωριστεί | είχαμε καταχωριστεί | θα έχουμε καταχωριστεί | να έχουμε καταχωριστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε καταχωριστεί | είχατε καταχωριστεί | θα έχετε καταχωριστεί | να έχετε καταχωριστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν καταχωριστεί | είχαν καταχωριστεί | θα έχουν καταχωριστεί | να έχουν καταχωριστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι καταχωρισμένος - είμαστε, είστε, είναι καταχωρισμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν καταχωρισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν καταχωρισμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι καταχωρισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι καταχωρισμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι καταχωρισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι καταχωρισμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- → δείτε και τη λέξη ταξινομώ
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 καταχωρίζω & Σχόλιο - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Πηγές
[επεξεργασία]- καταχωρίζω, καταχωρώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- καταχωρίζω, καταχωρώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]καταχωρίζω
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- καταχωρίζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καταχωρίζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)