καταχωρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταχωρώ < ελληνιστική κοινή καταχωρέω / καταχωρῶ (η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται παλιότερα με την εσφαλμένη έννοια καταχωρίζω, λόγω του κοινού τους θέματος "καταχωρισ-")

Ρήμα[επεξεργασία]

καταχωρώ

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]