καταϊδρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταϊδρώνω < κατα- + ιδρώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

καταϊδρώνω

  1. μουσκεύω στον ιδρώτα, γίνομαι κάθιδρος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]