κατεβαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατεβαίνω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

κατεβαίνω

  1. κινούμαι από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο
    κατεβαίνω τη σκάλα
    κατεβαίνω από το βουνό στην πεδιάδα
  2. έρχομαι ή πηγαίνω (συνήθως από βορειότερο σημείο προς νοτιότερο ή από την περιφέρεια προς αστικό κέντρο)
  3. αποβιβάζομαι από μεταφορικό μέσο
  4. αφιππεύω, ξεκαβαλικεύω
  5. ξεκινώ (για πολιτικές, συνδικαλιστικές ενέργειες)
    κατεβαίνω σε απεργία
    κατεβαίνω στις εκλογές: θέτω υποψηφιότητα, ξεκινώ εκλογικό αγώνα
  6. χάνω σε ύψος
    τα νερά του ποταμού κατέβηκαν πολύ το καλοκαίρι
  7. μειώνομαι
  8. δείχνω χαμηλότερες μετρήσεις
  9. όταν λέμε κατεβάζω τη μπάλα, σε παιχνίδι ή άθλημα, εννοούμε πως κινούμαι από τη δική μου περιοχή προς την περιοχή του αντιπάλου, έχοντας στην κατοχή μου τη μπάλα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]