Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατεργάζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατεργάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατεργάζομαι[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.teɾˈɣa.zo.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κατεργάζομαι

κατεργάζομαι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κατεργάζομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. κατεργάζομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατεργάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατεργάζομαι[1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κατεργάζομαι

κατεργάζομαι

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κατεργάζομαι -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατεργάζομαι < κατ- + ἐργάζομαι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: κατεργάζομαι

κατεργάζομαι

  1. (με ενεργητική και παθητική σημασία) κατορθώνω, αποπερατώνω, αποτελειώνω, φέρω εις πέρας, διεκπεραιώνω, διεξάγω
  2. αποκτώ ή κερδίζω με μόχθο, εργασία, κόπο, διασφαλίζω
  3. εργάζομαι σε κάποιο μέρος
  4. (απόλυτο) είμαι επιτυχημένος
  5. σκοτώνω, φονεύω, θανατώνω
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις, στίχ. 1173
    μητέρα κατειργάσαντο κοινωνῷ ξίφει.
    Την μητέρα φόνησαν με κοινό ξίφος.
    Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.
    Μαχαίρωσαν τη μάνα τους οι δυο τους.
    Μετάφραση (1972) Η Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων: Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Εστία, 1979:ΟΕΔΒ @greeklanguage.gr
  6. προετοιμάζω τροφή για πέψη μασώντας την
  7. (γενικότερα) παρασκευάζω, ετοιμάζω ή φτιάχνω κάτι