Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατεργασμένος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κατεργάσιμος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατεργασμένος η κατεργασμένη το κατεργασμένο
      γενική του κατεργασμένου της κατεργασμένης του κατεργασμένου
    αιτιατική τον κατεργασμένο την κατεργασμένη το κατεργασμένο
     κλητική κατεργασμένε κατεργασμένη κατεργασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατεργασμένοι οι κατεργασμένες τα κατεργασμένα
      γενική των κατεργασμένων των κατεργασμένων των κατεργασμένων
    αιτιατική τους κατεργασμένους τις κατεργασμένες τα κατεργασμένα
     κλητική κατεργασμένοι κατεργασμένες κατεργασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατεργασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου κατεργάζομαι

Μετοχή

[επεξεργασία]

κατεργασμένος

  • που έχει υποστεί κατεργασία
      Η διεύρυνση μιας τοπικής αγοράς, με τη δημιουργία των υποδηματοποιείων, φάνηκε ότι θα απορροφούσε το κατεργασμένο δέρμα των τοπικών βυρσοδεψείων, καθώς ενθάρρυνε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να επενδύσει την εργασία του στο υποδηματοποιείο. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 76)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]