κατεστημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κατεστημένος κατεστημένη κατεστημένο
γενική κατεστημένου κατεστημένης κατεστημένου
αιτιατική κατεστημένο κατεστημένη κατεστημένο
κλητική κατεστημένε κατεστημένη κατεστημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κατεστημένοι κατεστημένες κατεστημένα
γενική κατεστημένων κατεστημένων κατεστημένων
αιτιατική κατεστημένους κατεστημένες κατεστημένα
κλητική κατεστημένοι κατεστημένες κατεστημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθιστώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κατεστημένος, -η, -ο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]