κατηγορούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατηγορούμενος < αρχαία ελληνική . Το αρσενικό της μετοχής του ενεστώτα του ρήματος κατηγοροῦμαι.
Στην καθαρεύουσα: κατηγορούμενος, κατηγορουμένη, κατηγορούμενον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατηγορούμενος, κατηγορούμενη και κατηγορουμένη, κατηγορούμενο

  1. αυτός που υπάγεται στη δικαιοσύνη ως ένοχος
    Τα στοιχεία που του αναφέρανε δεν τον έπεισαν πως ο κατηγορούμενος ήταν πραγματικά ένοχος. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. (Εκτενέστερα) αυτός που παρουσιάζεται ως ένοχος για κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]