κατηφής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | κατηφής | η | κατηφής | το | κατηφές |
| γενική | του | κατηφούς* | της | κατηφούς | του | κατηφούς |
| αιτιατική | τον | κατηφή | την | κατηφή | το | κατηφές |
| κλητική | κατηφή(ς) | κατηφής | κατηφές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | κατηφείς | οι | κατηφείς | τα | κατηφή |
| γενική | των | κατηφών | των | κατηφών | των | κατηφών |
| αιτιατική | τους | κατηφείς | τις | κατηφείς | τα | κατηφή |
| κλητική | κατηφείς | κατηφείς | κατηφή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατηφής < αρχαία ελληνική κατηφής
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.tiˈfis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τη‐φής
Επίθετο
[επεξεργασία]κατηφής, -ής, -ές
- (λόγιο) με πρόσωπο λυπημένο και σοβαρό
- ※ διότι τὸ βλέμμα μου δὲν συναντᾷ ἢ τὰς κατηφεῖς, πρασινοκιτρίνους κεράμους τῶν ἔναντι οἰκιῶν, αἵτινες μοὶ φράσσουσι τὴν θελκτικὴν ἄποψιν τῆς παραλίας ὁδοῦ, καὶ τὰς πλινθοκτίστους καπνοδόχας τῶν ἐγγὺς ἀτμομηχανῶν, αἱ ὁποῖαι παρίστανται ἐνώπιόν μου ὡς δύο ἐλεειναί, παιδαριώδεις ἀπομιμήσεις τοῦ πύργου τοῦ Ἅϊφελ (Ανδρέας Μαρτζώκης, Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892/Οι μικροί μαθηταί μου)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)