Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατηφοράκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατηφοράκι τα κατηφοράκια
      γενική
    αιτιατική το κατηφοράκι τα κατηφοράκια
     κλητική κατηφοράκι κατηφοράκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατηφοράκι < κατήφορος + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατηφοράκι[1] ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]