κατηχέω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατηχέω < κατά + αρχαία ελληνική ἠχέω
Ρήμα
[επεξεργασία]κατηχέω
- (ελληνιστική κοινή) αντηχώ
- (ελληνιστική κοινή) κατηχώ, διδάσκω, καθοδηγώ
- (ελληνιστική κοινή) παθητική φωνή κατηχέομαι: πληροφορούμαι
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- Μοντανάρι (Montanari), Φράνκο (Franco) (2013). Σύγχρονο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Παπαδήμας.
- κατηχέω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κατηχέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.