κατιόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατιόν κατιόντα
γενική κατιόντος κατιόντων
αιτιατική κατιόν κατιόντα
κλητική κατιόν κατιόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατιόν < αγγλική cation < αρχαία ελληνική κατιόν, ουδέτερο μετοχής του κάτειμι < εἶμι (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατιόν ουδέτερο

  1. (φυσική) θετικά φορτισμένο ιόν, που έλκεται από την κάθοδο κατά την ηλεκτρόλυση εξ ου και η ονομασία του
  2. (συνεκδοχικά) οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων που φέρουν θετικό φορτίο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]