κατοικέω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατοικῶ | κατοικοῦμαι |
| Παρατατικός | κατῴκουν | κατῳκούμην |
| Μέλλοντας | κατοικήσω | κατοικήσομαι, κατοικηθήσομαι |
| Αόριστος | κατῴκησα | κατῳκησάμην, κατῳκήθην |
| Παρακείμενος | κατῴκηκα | κατῴκημαι |
| Υπερσυντέλικος | κατῳκήκειν | κατῳκήμην |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]κατοικέω (κατοικῶ)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- κατοίκησις
- κατοικητήριον
- κατοικητήριος
- κατοικάς (οικία)
- κατοικέσια (ετήσια γιορτή για την επέτειο ίδρυσης αποικίας)
- κατοικεσία (κατοίκηση)
- κατοίκημα
- κατοικητής
- κατοικήτωρ
- κατοίκια (τα αγαθά του σπιτιού)
- κατοικία
- κατοικίς (οικία)
- κατοίκισις (αποικία)
- κατοικισμός
- κατοικιστής
- κάτοικος
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- ίσως θέλετε να δείτε και το λήμμα κατοικίζω
Πηγές
[επεξεργασία]- κατοικέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.