Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατοικέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  κατοικῶ   κατοικοῦμαι 
Παρατατικός  κατῴκουν   κατῳκούμην 
Μέλλοντας  κατοικήσω   κατοικήσομαι, κατοικηθήσομαι 
Αόριστος  κατῴκησα   κατῳκησάμην, κατῳκήθην 
Παρακείμενος  κατῴκηκα   κατῴκημαι 
Υπερσυντέλικος  κατῳκήκειν   κατῳκήμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατοικέω < κατά και οἰκέω

κατοικέω (κατοικῶ)

  1. κατοικώ, αποικίζω
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 164
    ἔνθα παρὰ Σαμίων ἔσχε τε καὶ κατοίκησε πόλιν Ζάγκλην τὴν ἐς Μεσσήνην μεταβαλοῦσαν τὸ οὔνομα.
  2. (για πόλη) βρίσκομαι, κείμαι
  3. διοικώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]