κατοικίδιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατοικίδιος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

κατοικίδιος

  • (για ζώα) που είναι εξημερωμένος και μένει με τους ανθρώπους
    σύμφωνα με την εφημερίδα, ένας κατοικίδιος πύθωνας κατάπιε μια ηλεκτρική κουβέρτα...

Μεταφράσεις[επεξεργασία]