Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατούδιν

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατούδιν < κάτος ή κάτης + -ούδιν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατούδιν ουδέτερο (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό)

  • (θηλαστικό ζώο) γατάκι
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Δ', στίχ. 190 (188-191) @anemi.lib.uoc.gr
    Μετὰ δὲ ταῦτα, βασιλεῦ, κάτω κἀγὼ κατῆλθον,
    τάχα γυρεύειν σὺν αὐτοῖς πόθεν ὁ κτύπος ἦτον,
    πρότερον τὸ κατούδιν μας στήσας εἰς τὸ τραπέζιν,
    διὰ τὸ νὰ εἰποῦν ὅτι ἔποιησεν ἐκεῖνο τὴν ζημίαν.
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]