κατραπακιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

(λαϊκότροπο)
κατραπακιάζω (el)
βλ. ραπίζω

  1. κοπανώ δυνατά στο κεφάλι
  2. διαλύω ψυχικά, πολιτισμικά κτλ.