κατσαρίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατσαρίδα κατσαρίδες
γενική κατσαρίδας κατσαρίδων
αιτιατική κατσαρίδα κατσαρίδες
κλητική κατσαρίδα κατσαρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  • κατσαρίδα < κατθαρίδα < κανθαρίς, της κανθαρίδος < κάνθαρος (=σκαθάρι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μια κατσαρίδα

κατσαρίδα θηλυκό

  1. (εντομολογία) έντομο με σκληρό και γυαλιστερό δέρμα μαύρου ή σκούρου καφέ χρώματος, λεπτές κεραίες στο μέγεθος περίπου του σώματος, που κινείται με μεγάλη ταχύτητα ή, ανάλογα με το είδος, πετά και ζει στις αποχετεύσεις, στα σπίτια και στις αυλές
    την έπιασε υστερία, όταν είδε την κατσαρίδα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • γεμίζω / πιάνω κατσαρίδες: φράση που χρησιμοποιείται όταν απουσιάζει η καθαριότητα ή υπάρχει πολλή βρωμιά σε ένα χώρο
    αποφάσισε να καθαρίσει, διότι θα έπιανε κατσαρίδες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]