κατσαρόλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατσαρόλα κατσαρόλες
γενική κατσαρόλας κατσαρολών
αιτιατική κατσαρόλα κατσαρόλες
κλητική κατσαρόλα κατσαρόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατσαρόλα < βενετική cazzarola
μια κατσαρόλα χωρίς το καπάκι της

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατσαρόλα θηλυκό

  1. κυλινδρικό μεταλλικό μαγειρικό σκεύος με καπάκι και δύο λαβές για βράσιμο του φαγητού ή νερού
    ζέστανε λίγο νερό σε μια κατσαρόλα
  2. ποσότητα φαγητού ή νερού που χωράει σε ένα τέτοιο σκεύος
    ζέστανε μια κατσαρόλα νερό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]