κατσικίσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατσικίσιος < κατσίκι + -ίσιος

Επίθετο[επεξεργασία]

κατσικίσιος

κατσικίσιο τυρί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]