καυλί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καυλί καυλιά
γενική καυλιού καυλιών
αιτιατική καυλί καυλιά
κλητική καυλί καυλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καυλί < ελληνιστική κοινή καυλίον <αρχαία ελληνική καυλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καυλί ουδέτερο

  1. (χυδαίο) η βάλανος του πέους
  2. (χυδαίο) (συνεκδοχικά) το πέος
  3. (χυδαίο) (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε έχει ανάλογο μακρόστενο σχήμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καυλιτζέκι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]