καυστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καυστικός καυστική καυστικό
γενική καυστικού καυστικής καυστικού
αιτιατική καυστικό καυστική καυστικό
κλητική καυστικέ καυστική καυστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καυστικοί καυστικές καυστικά
γενική καυστικών καυστικών καυστικών
αιτιατική καυστικούς καυστικές καυστικά
κλητική καυστικοί καυστικές καυστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καυστικός < αρχαία ελληνική καυστικός < καυστός < καίω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική caustique)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaf.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καυστικός, -ή, -ό

  1. (χημεία) που καίει, διαβρώνει ή ερεθίζει ό,τι έρχεται σε επαφή μαζί του (π.χ. αλκαλικές ενώσεις)
  2. (μεταφορικά) που θίγει, προσβάλλει ή ενοχλεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]