καυτηριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Καυτεριαζω < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καυτηριάζω

  1. καίω (πχ μια πληγή) για να (την) θεραπεύσω
  2. σχολιάζω με καυστικό τρόπο

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]