καυτηριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καυτηριάζω < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ρήμα[]

καυτηριάζω

  1. καίω (πχ μια πληγή) για να (την) θεραπεύσω
  2. σχολιάζω με καυστικό τρόπο

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]