καυτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καυτός καυτή καυτό
γενική καυτού καυτής καυτού
αιτιατική καυτό καυτή καυτό
κλητική καυτέ καυτή καυτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καυτοί καυτές καυτά
γενική καυτών καυτών καυτών
αιτιατική καυτούς καυτές καυτά
κλητική καυτοί καυτές καυτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καυτός < αρχαία ελληνική καυστός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καυτός, -ή, -ό

  1. πάρα πολύ ζεστός
    καυτό νερό, καυτή σούπα
     συνώνυμα: ζεματιστός
  2. που έχει καυτερή γεύση
    καυτή πιπεριά
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο ο οποίος είναι σεξουαλικά ελκυστικός
    καυτή γυναίκα, καυτός άντρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]