καφασωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καφασωτός καφασωτή καφασωτό
γενική καφασωτού καφασωτής καφασωτού
αιτιατική καφασωτό καφασωτή καφασωτό
κλητική καφασωτέ καφασωτή καφασωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καφασωτοί καφασωτές καφασωτά
γενική καφασωτών καφασωτών καφασωτών
αιτιατική καφασωτούς καφασωτές καφασωτά
κλητική καφασωτοί καφασωτές καφασωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καφασωτός < τουρκική kafes < αραβική قفص (qáfaṣ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καφασωτός, -ή, -ό

  1. που έχει καφάσι, δηλαδή δικτυωτό πλέγμα από λεπτά μακρόστενα κομμάτια ξύλο
  2. (ουσιαστικοποιημένο) καφασωτό: παράθυρο με δικτυωτό ξύλινο πλέγμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]