Μετάβαση στο περιεχόμενο

καφεκόπτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καφεκόπτης οι καφεκόπτες
      γενική του καφεκόπτη των καφεκοπτών
    αιτιατική τον καφεκόπτη τους καφεκόπτες
     κλητική καφεκόπτη καφεκόπτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καφεκόπτης < καφε- + -κόπτης (< κόβω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.feˈko.ptis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καφεκόπτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καφεκόπτης αρσενικό

  1. μηχανή (μύλος) που αλέθει τους κόκκους του καφέ
  2. ιδιοκτήτης καφεκοπτείου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]