καφενείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καφενείο καφενεία
γενική καφενείου καφενείων
αιτιατική καφενείο καφενεία
κλητική καφενείο καφενεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καφενείο < καφενές + -είο < τουρκική kahvehane < περσική قهوه‌خانه (qahve-xâne) < قهوه + خانه < αραβική قهوة

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καφενείο ουδέτερο

  • χώρος αναψυχής, συνήθως για άντρες, όπου σερβίρεται κυρίως καφές, αναψυκτικά και γλυκά του κουταλιού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]