καφετής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καφετής καφετιά καφετί
γενική (καφετιού), καφετή καφετιάς (καφετιού)
αιτιατική καφετή καφετιά καφετί
κλητική καφετή καφετιά καφετί
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καφετιοί καφετιές καφετιά
γενική καφετιών καφετιών καφετιών
αιτιατική καφετιούς καφετιές καφετιά
κλητική καφετιοί καφετιές καφετιά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καφετής < καφεδής με τροπή [ð] > [t] κατά το σταχτής < καφές, θέμα καφεδ- [1]

Επίθετο[επεξεργασία]

καφετής -ιά -ί

  • που έχει περίπου καφέ χρώμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]