καφεϊκός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | καφεϊκός | η | καφεϊκή | το | καφεϊκό |
| γενική | του | καφεϊκού | της | καφεϊκής | του | καφεϊκού |
| αιτιατική | τον | καφεϊκό | την | καφεϊκή | το | καφεϊκό |
| κλητική | καφεϊκέ | καφεϊκή | καφεϊκό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | καφεϊκοί | οι | καφεϊκές | τα | καφεϊκά |
| γενική | των | καφεϊκών | των | καφεϊκών | των | καφεϊκών |
| αιτιατική | τους | καφεϊκούς | τις | καφεϊκές | τα | καφεϊκά |
| κλητική | καφεϊκοί | καφεϊκές | καφεϊκά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]καφεϊκός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη καφές
Πηγές
[επεξεργασία]- καφεϊκός - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καφεϊκός
|
|