καφεϊνισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καφεϊνισμός < καφεΐνη + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καφεϊνισμός αρσενικό

  1. Δηλητηρίαση που μπορεί να προκληθεί από τους πολλούς καφέδες, λόγω της υψηλής δόσης της καφεΐνης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]