καχεξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καχεξία οι καχεξίες
      γενική της καχεξίας των καχεξιών
    αιτιατική την καχεξία τις καχεξίες
     κλητική καχεξία καχεξίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καχεξία < αρχαία ελληνική καχεξία < κακός + ἕξις < ἔχω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καχεξία θηλυκό

  1. κακή κατάσταση ενός οργανισμού, εξαιτίας ελλιπούς πρόσληψης τροφής ή για παθολογικούς λόγους
  2. (μεταφορικά) η γενικότερη κακή κατάσταση ενός πράγματος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]