καχεξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καχεξία οι καχεξίες
      γενική της καχεξίας των καχεξιών
    αιτιατική την καχεξία τις καχεξίες
     κλητική καχεξία καχεξίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καχεξία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καχεξία < αρχαία ελληνική κακός, καχ- + θέμα εξ- από το ρήμα ἔχω + -ία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καχεξία θηλυκό

  1. κακή κατάσταση ενός οργανισμού, εξαιτίας ελλιπούς πρόσληψης τροφής ή για παθολογικούς λόγους
  2. (μεταφορικά) η γενικότερη κακή κατάσταση ενός πράγματος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κᾰχεξῐᾱ-
ονομαστική καχεξί αἱ καχεξίαι
      γενική τῆς καχεξίᾱς τῶν καχεξιῶν
      δοτική τῇ καχεξί ταῖς καχεξίαις
    αιτιατική τὴν καχεξίᾱν τὰς καχεξίᾱς
     κλητική ! καχεξί καχεξίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καχεξί
γεν-δοτ τοῖν  καχεξίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καχεξία < (κακός) καχ- + θέμα εξ- από το ρήμα ἔχω (όπως και στον μέλλοντα ἕξω) + -ία[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καχεξία θηλυκό

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]