καϊμακάμης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καϊμακάμης < τουρκική kaymakam < αραβική قائم مقام (αυτός που στέκεται στη θέση άλλου, εκπρόσωπος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καϊμακάμης αρσενικό

  1. τίτλος ανώτερου αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη σύγχρονη Τουρκία που διοικεί μια επαρχία ως αντιπρόσωπος του σουλτάνου ή της κεντρικής διοίκησης αντιστοίχως


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]