καύαξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καύαξ καύακε καύακες
Γενική καύακος καυάκοιν καυάκων
Δοτική καύακι καυάκοιν καύαξι(ν)
Αιτιατική καύακα καύακε καύακας
Κλητική καύαξ καύακε καύακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καύαξ < ηχομιμητική λέξη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καύαξ αρσενικό