Μετάβαση στο περιεχόμενο

καύηξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική καύηξ οἱ καύηκες
      γενική τοῦ καύηκος τῶν καυήκων
      δοτική τῷ καύηκ τοῖς καύηξ(ν)
    αιτιατική τὸν καύηκ τοὺς καύηκᾰς
     κλητική ! καύηξ καύηκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καύηκε
γεν-δοτ τοῖν  καυήκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καύηξ αρσενικό