καύλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | καύλα | οι | καύλες |
| γενική | της | καύλας | — | |
| αιτιατική | την | καύλα | τις | καύλες |
| κλητική | καύλα | καύλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- καύλα < καυλ(ώνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός)[1].
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈka.vla/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : καύ‐λα
Ουσιαστικό
καύλα θηλυκό (χυδαίο)
- η έντονη στύση, η σεξουαλική διέγερση
- το κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης
- (συνήθως στον πληθυντικό) έντονη επιθυμία για συνουσία
Έχει καύλες.
- (λαϊκότροπο, μεταφορικά) έντονη, συνήθως ξαφνική, επιθυμία για κάτι
καύλα για βόλτα, καύλα για χορό, καύλα για τα μπουζούκια
- (μεταφορικά) λαχτάρα, πάθος
- (μεταφορικά) η προκλητική γυναικεία ή ανδρική παρουσία
Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.
- (γενικότερα, αργκό) για οτιδήποτε ωραίο ή ενθουσιαστικό
Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!
Πολύ καύλα αυτό το φαγητό.
Άλλες μορφές
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
έντονη στύση, σεξουαλική διέγερση
η προκλητική γυναικεία ή ανδρική παρουσία
|
|
οτιδήποτε προκαλεί έντονη (σεξουαλική) διάθεση
|
|
Αναφορές
- ↑ καύλα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
- καύλα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- καύλα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -α (νέα ελληνικά)
- Λέξεις από αναδρομικό σχηματισμό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χυδαιολογίες (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραδείγματα (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)