Μετάβαση στο περιεχόμενο

καύλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καύλα οι καύλες
      γενική της καύλας —
    αιτιατική την καύλα τις καύλες
     κλητική καύλα καύλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

καύλα < καυλ(ώνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός)[1].

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈka.vla/
τυπογραφικός συλλαβισμός : καύ‐λα

Ουσιαστικό

καύλα θηλυκό (χυδαίο)

  1. η έντονη στύση, η σεξουαλική διέγερση
    παράδειγμα Χθές το βράδυ είχα μία τρελή καύλα. Αυνανίστηκα τρείς φορές πριν κοιμηθώ.
    ≈ συνώνυμα: σηκωμάρα, στύση
  2. το κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης
    → χρειάζεται παράδειγμα
    ≈ συνώνυμα: οργασμός
  3. (συνήθως στον πληθυντικό) έντονη επιθυμία για συνουσία
    παράδειγμα Έχει καύλες.
  4. (λαϊκότροπο, μεταφορικά) έντονη, συνήθως ξαφνική, επιθυμία για κάτι
    παράδειγμα καύλα για βόλτα, καύλα για χορό, καύλα για τα μπουζούκια
  5. (μεταφορικά) λαχτάρα, πάθος
    παράδειγμα Έχει καύλα με τα αυτοκίνητα.
    ≈ συνώνυμα: κάψα, μανία, τρέλα
  6. (μεταφορικά) η προκλητική γυναικεία ή ανδρική παρουσία
    παράδειγμα Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.
  7. (γενικότερα, αργκό) για οτιδήποτε ωραίο ή ενθουσιαστικό
    παράδειγμα Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!
    παράδειγμα Πολύ καύλα αυτό το φαγητό.

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

Πηγές