καύλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καύλα οι καύλες
      γενική της καύλας
    αιτιατική την καύλα τις καύλες
     κλητική καύλα καύλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈkav.la/

ή και

ΔΦΑ : /ˈgav.la/

Ουσιαστικό

καύλα θηλυκό ή κάβλα (χυδαίο)

  1. κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης
     συνώνυμα: οργασμός
  2. έντονη στύση, σεξουαλική διέγερση
    Χθές το βράδυ είχα μία τρελή καύλα. Αυνανίστηκα τρείς φορές πριν κοιμηθώ.
     συνώνυμα: σηκωμάρα
  3. προκλητική γυναικεία (ή ανδρική) παρουσία ή γενικότερα οτιδήποτε προκαλεί έντονη (σεξουαλική) διάθεση.
    Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.
    Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!

Συγγενικές λέξεις

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις