καύσωνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καύσωνας καύσωνες
γενική καύσωνα καυσώνων
αιτιατική καύσωνα καύσωνες
κλητική καύσωνα καύσωνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καύσωνας < ελληνιστική κοινή καύσων < αρχαία ελληνική καίω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkaf.sɔ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καύσωνας αρσενικό

  • καιρικό φαινόμενο με υπερβολική ζέστη που έχει συνήθως διάρκεια αρκετών ημερών
    κύμα καύσωνα έχει ενσκήψει

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]