Μετάβαση στο περιεχόμενο

καί

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από καὶ)
Δείτε επίσης : και

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καί < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *kahi, από νωρίτερο *kasi (υπάρχει στο κασίγνητος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱm̥t- < *ḱóm («με»).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kǎi̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : καί

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

καί

  1. και (συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης)
  2. και, επίσης (δηλώνει προσθήκη)
  3. ακόμη και (επιδοτικός)
  4. αν και (εναντιωματικός, πριν από μετοχές)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

καί (αρχαία ελληνικά)

→ μεσαιωνικά ελληνικά: καί
→ νέα ελληνικά: καί, και
→ κατωιταλικά: ce
⇒ τσακωνικά: τσαι