καῦμα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | καῦμᾰ | τὰ | καύμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | καύμᾰτος | τῶν | καυμᾰ́των |
| δοτική | τῷ | καύμᾰτῐ | τοῖς | καύμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | καῦμᾰ | τὰ | καύμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | καῦμᾰ | καύμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | καύμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | καυμᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καῦμα < καίω + -μα
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: καύμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καῦμα, -ατος ουδέτερο
- (μετεωρολογία) μεγάλη, υπερβολική ζέστη, καύσωνας
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 865 (864-867)
- Οἵη δ᾽ ἐκ νεφέων ἐρεβεννὴ φαίνεται ἀὴρ | καύματος ἐξ ἀνέμοιο δυσαέος ὀρνυμένοιο, | τοῖος Τυδεΐδῃ Διομήδεϊ χάλκεος Ἄρης | φαίνεθ᾽ ὁμοῦ νεφέεσσιν ἰὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν.
- Και ως από νέφη φαίνεται σκοταδερός ο αέρας, | ότ᾽ άνεμος σηκώνεται κακός από το καύμα, | του Διομήδη εφαίνετο και ο χαλκοφόρος Άρης | ως μες στα νέφη ανέβαινεν εις τ᾽ ουρανού τον θόλον.
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- Οἵη δ᾽ ἐκ νεφέων ἐρεβεννὴ φαίνεται ἀὴρ | καύματος ἐξ ἀνέμοιο δυσαέος ὀρνυμένοιο, | τοῖος Τυδεΐδῃ Διομήδεϊ χάλκεος Ἄρης | φαίνεθ᾽ ὁμοῦ νεφέεσσιν ἰὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν.
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 588 (586-588)
- μαχλόταται δὲ γυναῖκες, ἀφαυρότατοι δέ τοι ἄνδρες | εἰσίν, ἐπεὶ κεφαλὴν καὶ γούνατα Σείριος ἄζει, | αὐαλέος δέ τε χρὼς ὑπὸ καύματος·
- λάγνες όσο ποτέ οι γυναίκες, μα ασθενικότατοι οι άντρες, | αφού ο Σείριος τους ξεραίνει το κεφάλι και τα γόνατα, | κι είναι το δέρμα μαραμένο από την κάψα.
- Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
- ΣτΕ: Ο ποιητής αναφέρει ότι οι άνδρες δεν μπορούν να αποδώσουν ερωτικά σε περίοδο έντονης ζέστης, γιατί εξασθενούν σωματικά.
- μαχλόταται δὲ γυναῖκες, ἀφαυρότατοι δέ τοι ἄνδρες | εἰσίν, ἐπεὶ κεφαλὴν καὶ γούνατα Σείριος ἄζει, | αὐαλέος δέ τε χρὼς ὑπὸ καύματος·
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 104.1
- οἱ δὲ δὴ Ἰνδοὶ τρόπῳ τοιούτῳ καὶ ζεύξι τοιαύτῃ χρεώμενοι ἐλαύνουσι ἐπὶ τὸν χρυσὸν λελογισμένως ὅκως [ἂν] καυμάτων τῶν θερμοτάτων ἐόντων ἔσονται ἐν τῇ ἁρπαγῇ· ὑπὸ γὰρ τοῦ καύματος οἱ μύρμηκες ἀφανέες γίνονται ὑπὸ γῆν.
- Αυτόν λοιπόν τον τρόπο χρησιμοποιώντας οι Ινδοί και τέτοιας λογής ζέψιμο, ξεκινούν για το χρυσάφι, κάνοντας υπολογισμούς ώστε να φτάσουν και να το αρπάξουν την εποχή όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος καύσωνας· γιατί εξαιτίας του καύσωνα τα μυρμήγκια χάνονται μέσα στη γη.
- Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- οἱ δὲ δὴ Ἰνδοὶ τρόπῳ τοιούτῳ καὶ ζεύξι τοιαύτῃ χρεώμενοι ἐλαύνουσι ἐπὶ τὸν χρυσὸν λελογισμένως ὅκως [ἂν] καυμάτων τῶν θερμοτάτων ἐόντων ἔσονται ἐν τῇ ἁρπαγῇ· ὑπὸ γὰρ τοῦ καύματος οἱ μύρμηκες ἀφανέες γίνονται ὑπὸ γῆν.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 10, 621a
- καὶ δι᾽ ἐκείνου διεξελθόντα, ἐπειδὴ καὶ οἱ ἄλλοι διῆλθον, πορεύεσθαι ἅπαντας εἰς τὸ τῆς Λήθης πεδίον διὰ καύματός τε καὶ πνίγους δεινοῦ· καὶ γὰρ εἶναι αὐτὸ κενὸν δένδρων τε καὶ ὅσα γῆ φύει.
- και, αφού περνούσαν και οι άλλοι, άρχιζαν όλοι να πορεύονται προς την πεδιάδα της Λήθης μέσ᾽ από φοβερή και πνιγερή ζέστη, γιατί δεν υπήρχε εκεί ούτε δέντρο ούτε τίποτ᾽ απ᾽ όσα φυτρώνουν στη γη.
- Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
- καὶ δι᾽ ἐκείνου διεξελθόντα, ἐπειδὴ καὶ οἱ ἄλλοι διῆλθον, πορεύεσθαι ἅπαντας εἰς τὸ τῆς Λήθης πεδίον διὰ καύματός τε καὶ πνίγους δεινοῦ· καὶ γὰρ εἶναι αὐτὸ κενὸν δένδρων τε καὶ ὅσα γῆ φύει.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 865 (864-867)
- (για πυρετό) έντονος πυρετός
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2, 49.6
- ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος, ἔτι ἔχοντές τι δυνάμεως, ἢ εἰ διαφύγοιεν, ἐπικατιόντος τοῦ νοσήματος ἐς τὴν κοιλίαν καὶ ἑλκώσεώς τε αὐτῇ ἰσχυρᾶς ἐγγιγνομένης καὶ διαρροίας ἅμα ἀκράτου ἐπιπιπτούσης οἱ πολλοὶ ὕστερον δι᾽ αὐτὴν ἀσθενείᾳ διεφθείροντο.
- Έτσι, οι περισσότεροι πέθαιναν ή την εβδόμη ή την ενάτη μέρα από τον ψηλό πυρετό, ενώ είχαν ακόμα δυνάμεις. Αν περνούσαν αυτό το στάδιο, τότε η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά όπου προκαλούσε έλκος και ακατάσχετη διάρροια και, τότε, οι περισσότεροι πέθαιναν από εξάντληση.
- Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
- ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος, ἔτι ἔχοντές τι δυνάμεως, ἢ εἰ διαφύγοιεν, ἐπικατιόντος τοῦ νοσήματος ἐς τὴν κοιλίαν καὶ ἑλκώσεώς τε αὐτῇ ἰσχυρᾶς ἐγγιγνομένης καὶ διαρροίας ἅμα ἀκράτου ἐπιπιπτούσης οἱ πολλοὶ ὕστερον δι᾽ αὐτὴν ἀσθενείᾳ διεφθείροντο.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, 5, 3.19
- ἐν δὲ τούτοις ὄντα κατὰ θέρους ἀκμὴν καῦμα περιφλεγὲς λαμβάνει αὐτόν.
- Καθώς συνέβαιναν αυτά, ωστόσο, του παρουσιάστηκε καταμεσής του καλοκαιριού υψηλός πυρετός,
- Μετάφραση (2012, 1η:1966): Ρόδης Ρούφος. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greek‑language.gr
- ἐν δὲ τούτοις ὄντα κατὰ θέρους ἀκμὴν καῦμα περιφλεγὲς λαμβάνει αὐτόν.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2, 49.6
- σημάδι ιδιοκτησίας στο δέρμα ανθρώπου ή ζώου, που έγινε με καυτηριασμό
- οι στάχτες που απέμεναν από τη θυσία ζώων
- (ελληνιστική σημασία) καυσόξυλο
- (ελληνιστική σημασία, μεταφορικά, για τον έρωτα) έξαψη, κάψα
- ※ Ανωνύμου, Επίγραμμα 87 στην ⌘ Παλατινή Ανθολογία, βιβλίο 12ο, επίγραμμα 87, στίχ. 2 (1-2), @anthologiagraeca.org.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- καῦμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καῦμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετεωρολογία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησίοδο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Μεταφορικοί όροι (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)