κείμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κείμαι < αρχαία ελληνική κεῖμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey- (κείμαι)

Ρήμα[επεξεργασία]

κείμαι

  1. βρίσκομαι
  2. είμαι ξαπλωμένος (άρρωστος ή νεκρός)
    Στην καρδιά του Λαβύρινθου, στο κέντρο του, ... κείται το σηπόμενο σώμα του Μινώταυρου. Μόλις τον σκότωσε, ο Θησέας έτρεξε να φύγει με την Αριάδνη (Jacques Lacarrière, Τα φτερά του Ίκαρου, μετάφραση Μίνωα Πόθου)
     συνώνυμα: κείτομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]