κείρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κείρω < αρχαία ελληνική κείρω < ινδοευρωπαϊκή *(s)kér-ye- < *(s)ker- (κόβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈci.ɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κείρω, παθητικό κείρομαι, παθητική μετοχή κεκαρμένος

  1. (αρχαιοπρεπές) κουρεύω
  2. (θρησκεία) περιβάλλω κάποιον ή κάποια με το μοναχικό σχήμα, τον κάνω μοναχό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κείρω < ινδοευρωπαϊκή *(s)qer- (κόβω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κείρω, μέλλοντας κερῶ, αόριστος ἔκειρα, παρακείμενος κέκαρκα, παθητικό κείρομαι

  1. κόβω τα μαλλιά κοντά ή τα ξυρίζω
  2. κόβω δέντρα ή καρπούς
  3. καταστρέφω, κατασπαράζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]