κεκανονισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κεκανονισμένος κεκανονισμένη κεκανονισμένο
γενική κεκανονισμένου κεκανονισμένης κεκανονισμένου
αιτιατική κεκανονισμένο κεκανονισμένη κεκανονισμένο
κλητική κεκανονισμένε κεκανονισμένη κεκανονισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κεκανονισμένοι κεκανονισμένες κεκανονισμένα
γενική κεκανονισμένων κεκανονισμένων κεκανονισμένων
αιτιατική κεκανονισμένους κεκανονισμένες κεκανονισμένα
κλητική κεκανονισμένοι κεκανονισμένες κεκανονισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεκανονισμένος < λόγια παθητική μετοχή του ρήματος κανονίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κεκανονισμένος, -η, -ο

  1. που έχει οριστεί σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν
    στρατιωτικό άγημα απέδωσε τις κεκανονισμένες τιμές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]