κεκρύφαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κεκρύφαλος οι κεκρύφαλοι
      γενική του κεκρύφαλου
κεκρυφάλου
των κεκρύφαλων
κεκρυφάλων
    αιτιατική τον κεκρύφαλο τους κεκρύφαλους
κεκρυφάλους
     κλητική κεκρύφαλε κεκρύφαλοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεκρύφαλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεκρύφαλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεκρύφαλος αρσενικό

  1. (ιστορία, ενδυμασία) δικτυωτός κεφαλόδεσμος που φορούσαν οι γυναίκες στα αρχαία χρόνια στην Ελλάδα
  2. (ζωολογία) το δεύτερο στομάχι των μηρυκαστικών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κεκρυφᾰλο-
ονομαστική κεκρύφαλος οἱ κεκρύφαλοι
      γενική τοῦ κεκρυφάλου τῶν κεκρυφάλων
      δοτική τῷ κεκρυφάλ τοῖς κεκρυφάλοις
    αιτιατική τὸν κεκρύφαλον τοὺς κεκρυφάλους
     κλητική ! κεκρύφαλε κεκρύφαλοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κεκρυφάλω
γεν-δοτ τοῖν  κεκρυφάλοιν
2η κλίση, ομάδα 'θρίαμβος', Κατηγορία όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεκρύφαλος < τεχνικός όρος, πιθανόν ασιαστικής αρχής. Παρασύνδεση με τo κρυπτός, κρύπτω.[1]
Κατά τον Beekes,[2] προελληνικής αρχής.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεκρύφαλος αρσενικό

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Πηγές[επεξεργασία]