κελαϊδήματα
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από κελαιδήματα)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]κελαϊδήματα ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάιδημα
κελαϊδήματα ουδέτερο