κελευστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κελευστής κελευστές
γενική κελευστή κελευστών
αιτιατική κελευστή κελευστές
κλητική κελευστή κελευστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κελευστής < κελεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κελευστής αρσενικό

  1. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, με βαθμό αμέσως ανώτερο από τον δίοπο και αντίστοιχο με αυτόν του λοχία στον στρατό ξηράς


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]